Ο Γιωρίκας στο σουβλατζίδικο
Αργά το βράδυ, στο σουβλατζίδικο της γειτονιάς, μπαίνει ο Γιωρίκας και λέει στο σουβλατζή:
- Φτιάξε ρε μεγάλε δυο σουβλάκια.
- Φίλε, να περιμένεις τη σειρά σου, του απαντάει.
Τότε ο Γιωρίκας κοιτάει γύρω του και διαπιστώνει ότι το μαγαζί είναι άδειο. Τότε ξαναλέει στον μαγαζάτορα:
- Έλα ρε μεγάλε, φτιάξε μου τώρα δύο σουβλάκια και πεινάω.
- Να περιμένεις τη σειρά σου, απαντάει με πιο επιτακτικό τρόπο αυτή τη φορά.
Ο Γιωρίκας κοιτάζει ξανά το άδειο μαγαζί.
"Γαμώ τη μάνα σου", ακούγεται.
- Ποιός το 'πε αυτό ρε; ρωτάει ο σουβλατζής τον Γιωρίκα αγριεμένος.
Και ο Γιωρίκας:
- Που να ξέρω, ρε φίλε; Της πουτάνας γίνεται εδώ μέσα!
- Φτιάξε ρε μεγάλε δυο σουβλάκια.
- Φίλε, να περιμένεις τη σειρά σου, του απαντάει.
Τότε ο Γιωρίκας κοιτάει γύρω του και διαπιστώνει ότι το μαγαζί είναι άδειο. Τότε ξαναλέει στον μαγαζάτορα:
- Έλα ρε μεγάλε, φτιάξε μου τώρα δύο σουβλάκια και πεινάω.
- Να περιμένεις τη σειρά σου, απαντάει με πιο επιτακτικό τρόπο αυτή τη φορά.
Ο Γιωρίκας κοιτάζει ξανά το άδειο μαγαζί.
"Γαμώ τη μάνα σου", ακούγεται.
- Ποιός το 'πε αυτό ρε; ρωτάει ο σουβλατζής τον Γιωρίκα αγριεμένος.
Και ο Γιωρίκας:
- Που να ξέρω, ρε φίλε; Της πουτάνας γίνεται εδώ μέσα!
Ο Παπάς και ο μπιντές
Ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας πίνουν καφέ απ' έξω από μια εκκλησία. Τελειώνει η λειτουργία και ο παπάς περνάει έξω από το καφενείο κουτσαίνοντας.
Ο ένας από τους δύο:
- Παπά έλα να σε κεράσουμε καφέ. λέει ο Κωστίκας
- Δεν μπορώ τέκνο μου, γιατί έπεσα και χτύπησα στο μπιντέ και δεν μπορώ να κάτσω. Μια άλλη φορά ευχαριστώ.
- Στο καλό να πας παπά.
Φεύγοντας ο Κωστίκας ρωτάει τον Γιωρίκα:
- Ρε συ, τι είναι ο μπιντές;
Και ο Γιωρίκας:
- Ξέρω 'γω μωρέ Κωστίκα, 40 χρόνια έχω να πάω στην εκκλησία
Ο ένας από τους δύο:
- Παπά έλα να σε κεράσουμε καφέ. λέει ο Κωστίκας
- Δεν μπορώ τέκνο μου, γιατί έπεσα και χτύπησα στο μπιντέ και δεν μπορώ να κάτσω. Μια άλλη φορά ευχαριστώ.
- Στο καλό να πας παπά.
Φεύγοντας ο Κωστίκας ρωτάει τον Γιωρίκα:
- Ρε συ, τι είναι ο μπιντές;
Και ο Γιωρίκας:
- Ξέρω 'γω μωρέ Κωστίκα, 40 χρόνια έχω να πάω στην εκκλησία
Τα Τρία Πτώματα
Τρία πτώματα στο νεκροτομείο, και τα τρία πτώματα αντρών, και τα τρία με πλατιάχαμόγελα στα πρόσωπά τους. Μπαίνει ο αστυνόμος με έναν αρχιφύλακα να πληροφορηθεί τι
έγινε και πεθάνανε όλοι τόσο… ευτυχισμένοι και ο ιατροδικαστής τους εξηγεί:
- Παπαδόπουλος Νίκος, ετών 70. Πέθανε από ανακοπή, ενώ έκανε έρωτα με τη μαιτρέσα του, εξ ου
και το χαμόγελο.
- Φυσιολογικό, μουρμουρίζει ο αστυνόμος και προχωρεί προς το δεύτερο πτώμα.
- Παύλου Γεράσιμος, συνεχίζει ο ιατροδικαστής. Κέρδισε £1000 στο λόττο, τις επένδυσε σε ουίσκι,
το ήπιε όλο και πέθανε απ’ το πολύ οινόπνευμα. Γι’ αυτό είναι χαμογελαστός.
- Δε μου κάνει εντύπωση, λέει ο αστυνόμος και πάει παρακάτω.
- Γιωρίκας Κακαβανίδης, συνεχίζει την… ξενάγηση ο ιατροδικαστής. Χτυπήθηκε από κεραυνό!
- Καλά, αλλά γιατί χαμογελάει; απορεί ο αστυνόμος.
- Μάλλον θα είχε την εντύπωση ότι τον φωτογράφιζαν



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου